Showing posts with label ποίηση. Show all posts
Showing posts with label ποίηση. Show all posts

Thursday, September 3

το έπος του δειλού

κύριε εσύ με την στολή, την γουρουνίσια κεφαλή
δώσ'μου μονάχα έναν παρά και χάρισμά σου η καρδιά
δώσ'μου ενα ξερό καρβέλι, θα σε λέω και λεβέντη
συ χακί μου νταβατζή, εκμεταλλευτή κι αφέντη

μια ηλαχτίδα εγώ να δω; συγγνώμη, μην τσινίζεις
θα το ξεχάσω εγώ κι αυτό, θα τρώω ό,τι μου δίνεις
γιατί φοβάμαι που μιλώ, φοβάμαι που αναπνέω
μα απ'όλα πιο πολύ εγώ, φοβάμαι που φοβάμαι

τους άλλους κοίτα να χτυπάς, ιδίως τα κοριτσάκια
μα εμένα να με προσπερνάς, δεν έκανα τον μάγκα
μήτε έκανα τον άνθρωπο, απ'όσο πια θυμάμαι
χαιρετισμούς στα αφεντικά, κι έγνοια σου, θα κοιμάμαι

για αυτό εμένα μην κοιτάς, για σας να μην υπάρχω
φαϊ και ύπνος και σκατά, ένας δειλός στο βάθος
χτύπα μονάχα κείνη εκεί, που ακόμα είναι ζωντανή
που μου φωνάζει "ξύπνα πια!" και μου λερώνει το παρμπρίζ

γιατί αυτή φοβάμαι πιο πολύ και από σένα
εκείνο το αγριεμένο της το βλέμμα
με αυτό με έγδυσε αυτή σε μια στιγμή
με έλουσε με έναν ιδρώτα, όλο ντροπή

χτύπα λοιπόν, εγώ θεατής επικροτώ
να την κοιτάξω ούτε στιγμή πια δεν μπορώ
γιατί φοβάμαι τόσο, τι να κάνω;;
φοβάμαι απ'τη ντροπή αυτή πως θα πεθάνω

- Αφιερωμένο σε κάτι "παλικάρια" που κλεισμένα στο
αυτοκίνητό τους σφύριζαν αδιάφορα και σε έναν
ψαρά που του έφαγε η γάτα την τρομαγμένη του γλώσσα.
Και σε όλους εμάς, για όσες φορές απλά κοιτάμε αλλού
και πείθουμε τους εαυτούς μας ότι όλα είναι καλά...
Κυρίως όμως αφιερωμένο στην Ν.

Tuesday, July 21

το θηρίο

φοβάμαι το θηρίο
είναι μια σπιθαμή, κι είναι βουνό
τα μάτια του είναι γλυκά
τα νύχια του είναι ο πιο αβάσταχτος ο πόνος
κάνει το θάνατο να μοιάζει σωτηρία
γεννιέται μέσα μου τη νύχτα
μεσα σε αναθυμιάσεις βρώμικες
δίπλα σε πόθους μου παλιούς
σε χάδια αδικημένα
σε λάθη άπειρα μετανιωμένα
αρπάζει της ψυχής μου τα καλύτερα κομμάτια
στο φως του ήλιου φαίνεται το τρομερό του έργο
σαν τα κενά απ'τα κομμάτια μου ματώνουν
μα το αχόρταγο θηρίο αδημονεί
τρέφεται απ'τον πόνο και τη θλίψη μου
τρέφεται από τις ελπίδες μου
μα ο αγαπημένος του μεζές
δεν είναι άλλος απ'τα πιο όμορφα όνειρά μου
πώς να το σταματήσω πια δεν ξέρω
όταν τα πάντα μου, ανεπαρκή, ατονούν
κι η ψυχή ζυγίζει όσο ένα άγγιγμα
γιατι το θηρίο έχει το δικό μου πρόσωπο
και τα δικά σου μάτια
φοβάμαι το θηρίο
γιατί ξέρω ότι θέλει δυο για να πεθάνει

Friday, May 22

Ο Χρόνος δεν έχει φίλους

Ο Χρόνος δεν έχει φίλους
δεν έχει χρώμα, οσμή και γεύση
δεν έχει χέρια μα σε χαϊδεύει
ή σε γραπώνει σαν θελήσει
δεν έχει μορφή μήτε έχει μάτια
μα την μορφή χαρίζει
λίγο πριν να την κλέψει
το δέρμα κάνει πιο σκληρό
τα μέτωπα και τις ψυχές χαράζει
του πιο πολύχρωμου καμβά
το χρώμα ξεθωριάζει

είναι αυτός ο καπετάνιος
της αντίφασης της πλάσης
μες στα μπαγκάζια του το φως,
ο έρωτας, ο φόβος και το σκότος
τα μαύρα αμπάρια του από δάκρυα ξεχειλίζουν
κι είν'το κελάρι του γιομάτο από βαρέλια
μέσα ψυχές που περιφέρονται γυμνές
σαν μερακλώσει πιάνει και γεμίζει ένα μπουκάλι
και στο κατάστρωμα κοιτώντας το φεγγάρι
αφού το βαφτίσε ζωή, το πίνει στην υγειά του

σαν θα στερέψει από των στιγμών το νέκταρ
θα ψιθυρίσει στο φεγγάρι να πλαγιάσει
ξαπλώνει ανάσκελα πάνω στο αφρισμένο κύμα
το άγριο το μεθύσι του να διώξει
ώσπου να ανθίσει η ρόδινη η αυγή
και στο κελάρι του ξανά να κατεβεί

ο Χρόνος δεν έχει φίλους
έχει τρομαγμένους εχθρούς, φυλακισμένους στο κελάρι
και μερικούς σοφότερους που να μάθουν προσπαθούν
να απολαμβάνουν το κρασί τους
και να του κρατούν καλή παρέα

Tuesday, May 19

Ελεύθεροι Σκλάβοι (Οι Ανθρωποφάγοι)

κι άμα πέρασαν τα χρόνια
ήρθαν κι έλιωσαν σαν χιόνια
στο νερό δεν καθρεφτίζει
των ανθρώπων η συμπόνοια

ήρθε θέρος και χαλάζι
το μουλάρι να μουγκάζει
τόσα στάχια να το δέρνουν
το δεμάτι και μαράζι

αυτοί λένε πως σοφαίνουν
σαν το δέρμα τους μαραίνει
λίγοι όμως άλλιώς ξέρουν
κι όσο προχωρούν σιωπαίνουν

οι μεν ψάχνουν να δαγκάσουν
λυσσασμένοι βρωμεροί
και τον κώλο τους ν'αγιάσουν
μύρος, δίκαιο και ραβδί

σαν πεινάς, πονάς, κοπιάζεις
θα σε στείλουν να σφαγιάζεις
πίστευε και μη ερεύνα
και Θα έχει και για σένα

μες στην ιστορία ιδρώνεις
μιαν ακτίδα για να δεις
κείνου του όμορφου του ήλιου
της ανάσας της αυγής

μα από πόρφυρα ρυάκια
κι απ'του ζώου το ουρλιαχτό
ξεχειλίζει σαν ηφαίστειο
κόκκοι άμμου στο γιαλό

μελωδία αρρωστημένη
κάθε χτύπος και καρφί
σαν το πιο μεγάλο δώρο
το κρατάς μες στο κλουβί

είναι αυτή η βαριά σκλαβιά μας
όχι τα όπλα και οι θεσμοί
δυο υποταγμένα μάτια
μια μικρή, δειλή ψυχή

είναι αυτή που τον τσιγκλάει
τον φτωχό στην χαραυγή
μπρος και χάμου σαν κοιτάει
το φεγγάρι να αγνοεί

κι άμα πέρασαν τα χρόνια
ήρθαν κι έλιωσαν σαν χιόνια
στο νερό τους καθρεφτίζει
των ανθρώπων η διχόνοια

Wednesday, February 25

Snail's tale

open your eyes
crumble through dirt
just let the white sun
play his wayward game

plunge in a river
of golden sand streams
breath in the air
as the river goes up, in the night

stare at the Universe
between your fingers
gaze at the spiral
adorning this snail in a haze

those ruby stars
are the sky's precious garments
how did you steal
the right to escape in disgrace?

look away little man,
just look away
look away and avoid
all the beauty and the pain

just close your eyes
crumble through dirt
crawl to the the blackest sun
and pay off your debt
look away...

look away little man,
it's so easy to just look away
look away and avoid
all of the beauty and the pain

...nothing is really there anyway

Friday, February 20

Ελπίδα

εσύ στη γωνία με τον λευκό σου μανδύα, σου μιλάω
γέρνεις πάνω στου χαμόσπιτου την βρώμικη την πέτρα
ξέρω γιατί χαμογελάς σαρδονιακά
ξέρω γιατί η βροχή χαϊδεύει τα μαλλιά σου
αλλά ποτέ της δεν τολμάει να σου τα βρέξει
όταν τα γόνατα μου είναι βουτηγμένα
στα πιο άθλια και βρωμερά λασπόνερα
σε χαζεύω σαν αιωρείσαι από πάνω μας
σαν μας χλευάζεις όλους εμάς τους μουσκεμένους
το σκουλαρίκι σου από ειρωνία είναι καμωμένο
σκουρόχρωμο και παγερό σαν τα δυο μάτια σου
που παλιά νόμιζα ότι Ζωή μέσα τους κρύβουν
πίστευα βλέπεις πως αν είχαν,
θα 'πρεπε να 'ναι λαμπερά,
σαν την Ζωή, αυτή έτσι δεν είναι;
τι άλλο εκτός από τον δροσερό πρωινό άνεμο
που σφυρίζει και βρυχάται σαν θηρίο
σ'ένα δάσος πυκνό, από έλατα γεμάτο
ή στα σοκάκια κάποιας ξένης γειτονιάς
τι άλλο εκτός από μια ακτίδα ήλιου
που χρυσαφιά χοροπηδάει μες στα φύλλα
σαν τα φλερτάρει, όλα στρέφουν να την δουν
κι όταν το μέτωπό μου αγκαλιάζει όλα ζηλεύουν
τι άλλο εκτός από την πιο όμορφη μουσική
που ποτέ έχει ακουστεί
μα ο άσπρος σου ο μανδύας, όλα αυτά
σε μια στιγμή πόσο άχρωμα τα κάνει
σαν με πλησιάζεις και μ'αυτόν το φως μου κρύβεις
ξέρω της Ματαιότητας εσύ πως είσαι η κόρη
κι όσο κυλάει ο τροχός μου, με τρόμο φοβερό
σιγά σιγά μαθαίνω να προφέρω το όνομά σου
σαν στο αυτί μου τα χείλη σου το σιγοψιθυρίζουν
"είμαι η Ελπίδα"

Monday, January 5

Ματαιότητα

(Στους νεκρούς της σφαγής της Παλαιστίνης που μας κοιτάνε με την πιο βαθειά και τρομακτική απογοήτευση και απόγνωση που έχει φανταστεί ποτέ άνθρωπος. Και όλους εκείνους που εξαιτίας της κακοτυχίας τους ή απλά συγκυριακά, χρειάστηκε κάποτε να γνώρισουν και να επιστρατεύσουν αυτό το βλέμμα, αυτό που εμείς δεν μπορούμε ούτε να φανταστούμε...ακόμα)

τι τυχεροί που είμαστε εμείς, φίλοι μου
πραγματικά, είμαστε ευλογημένοι
με πλάτες αλλωνών και εγγυήσεις ψεύτικες
να αμπελοφιλοσοφούμε, όλου του κόσμου οι χορτασμένοι

συ σαν πεινάς ανοίγεις το ψυγείο σου
αυτό σαν είναι αδειανό, ανοίγεις το πουγκί σου
σαν θες να κλάψεις κλείνεσαι στους τοίχους σου
μες στην κουβέρτα αυτή την χρυσοκεντητή σου

ποτέ δεν είδες πορτοφόλι αδειανό
ούτε ποτέ είδες μπλούζα αιματοβαμμένη
στον καναπέ και στα λουκούλεια γεύματα
τον πόνο μας γλυκαίνουμε με θυμαρίσιο μέλι

δεν θέλω άλλο πια να σας μιλώ
ούτε και τον εγωισμό μου θέλω να χαϊδεύω
όσο πεθαίνει ο δίπλα μου, δεν θέλω να γελώ
κι όσο με αυτό εσύ γελάς, να σε ματώνω θέλω

και τι κι αν γράφω κι αν μου λες ευχαριστώ
πού 'ναι το νόημα σε αυτό το πανηγύρι
η Ματαιότητα μας σκέπασε το φως
κι έριξε πίσσα στης ζωής μας το λιοπύρι

μη με κοιτάς στραβά, μην με παρεξηγείς
καλύτερός σου ούτε στιγμή εγώ δεν περνιέμαι
και αν διαβάζοντας αυτά πονάς και συ
αναλογίσου αν τα 'γραφες τα χέρια σου πώς καίνε

ΜΗΝ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΡΕΙΣ, ΜΗΝ ΛΕΣ ΔΕΝ ΦΤΑΙΩ, ΜΗΝ ΜΕ ΡΩΤΑΣ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ. ΦΤΑΙΣ ΟΣΟ ΦΤΑΙΩ ΚΑΙ ΓΩ, Η ΕΥΘΥΝΗ ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΗ. ΞΕΧΝΑ ΤΙ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΠΟΛΛΟΙ ΚΑΙ ΤΙ ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΑΝ ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ ΕΣΥ. ΑΣΕ ΤΙΣ ΑΜΠΕΛΟΦΙΛΟΣΟΦΙΕΣ ΠΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ, ΚΑΡΑΜΕΛΑ ΚΑΘΕ ΔΕΙΛΟΥ ΠΟΥ ΑΠΛΑ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΑΛΕΨΕΙ ΓΙΑ ΤΙΠΟΤΑ. ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕ ΟΤΙ ΓΙΑ ΝΑ ΕΧΕΙΣ Ο,ΤΙ ΕΧΕΙΣ, ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΜΟΧΘΗΣΕΙ, ΠΑΛΕΨΕΙ, ΙΔΡΩΣΕΙ, ΥΠΟΦΕΡΕΙ, ΠΕΘΑΝΕΙ. ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΑΠΕΧΟΥΝ, ΟΠΟΤΕ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΠΕΦΤΕΙ ΣΕ ΛΙΓΟΥΣ. ΠΕΤΑ ΤΗΝ ΔΕΙΛΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΙΚΡΟΤΗΤΑ ΣΟΥ ΣΤΟ ΤΖΑΚΙ.

ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕ ΟΤΙ ΖΕΙΣ ΜΟΝΟ ΟΣΟ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΣΟΥ ΣΙΩΠΗΛΑ ΑΝ ΣΟΥ ΑΡΕΣΕΙ. ΑΣΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΨΑΞΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙΣ. ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΕΧΕΙΣ, ΓΕΜΙΣΕ ΤΗΝ ΜΕ ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΕ ΣΚΑΤΑ

Friday, June 6

χρόνια πολλά...

έλατε όλοι να κλάψουμε μαζί...για το περιβάλλον
και να γιορτάσουμε με εσκεμμένη καθυστέρηση μιας μέρας, νοητική

έλα και συ κύριε δεξιέ, σου φταίνε "οι ξένοι" που αναπνέουμε σκατά
και συ μεγάλε με το τζιπ, κύριε "μόδα", κλάψε και συ από καρδιάς
ψεύτικε γιάπη πλαστικέ, σκουπίσου τώρα με δολλάρια
και πήγαινε μετά στην παραλία να αγοράσεις την ματαιοδοξία σου

και σεις μαντάμ, κλάψτε και σεις, μα προσοχή! θα σας χαλάσει το μέικ-απ
κλάψτε με όρους καθώς πρέπει. Σκατά ποτε! Κόπρανα εσείς τα λέτε
κλάψτε κύριε μεγαλοβιομήχανε, καθ'όλα πράσινος εσείς κι οι τσιμινιέρες σας
βγάλε τα φίλτρα, πάρ'τη μίζα, μα μην ξεχνάς να κλαις...
...γιατί είναι η κάμερα εδώ!

...καλέ μου μεγαλοεργολάβε, κλαις και συ;
είναι αμαρτία να μουσκεύεις την μπουλντόζα σου με δάκρυα
κρύψε τουλάχιστον στο πλάι τις παχυλές σου τσέπες
πόσα δάκρυα να κρύβονται εκεί μέσα αναρωτιέμαι...

μα πάνω απ'όλους κλάψε εσύ, "απλέ", τυφλέ πολίτη
πάρ'το αμάξι σου απ'το περίπτερο ως το σπίτι
σήκωσ'τα χέρια σου ψηλά, και πες "εγώ δεν φταίω!"
κι η ειρωνία η πιο μεγάλη είναι αυτή
ότι πρώτος απ'όλους και τρανός εσύ μονάχα φταις
που καθιστός ολημερίς σαν χάνος τους χαζεύεις
ψώνισε κι άλλο, πιο πολλά και πιο μεγάλα
και άφησέ τους να σου πουν αυτοί, τι έχεις ανάγκη
ψήφισε, δες τηλεόραση, μην σκέφτεσαι και πάνω απ'όλα...
...υπερκατανάλωσε!
έτσι θα αγγίξεις την δική τους ευτυχία
να γίνει ο κώλος σου χοντρός και το μυαλό σου πλαδαρό
και στην μαστούρα σου αυτή την αναγκαία
και την ψυχή σου θα πουλάς για μια δικιά τους δόση
και σαν θελήσουν θα σου δώσουν μια στραβή και θα τελειώσεις

(και τότε ακόμα θα φωνάζεις "εγώ δεν φταίω!"
και το χειρότερο είναι ότι θα το πιστεύεις)

Tuesday, April 29

child

there are times that one feels lost
feels like he knows really nothing
small child naked in the frost
for some warmth desperately lusting

love and hate do blend, these times
the red line becomes so pale
and when looking at the sky
one sees nothing but black paint

but it's nothing but a tear
that is waiting to be shed
and within it as it flows
drowns the hatred in despair

it has always helped me so
staring at a moving cloud
it reminds me of how time
washes clean all that is foul

seems my poetry is weak
for it is nothing but words
reminiscence of that child
thankfully well trapped inside

let me tell you one last thing
when to ungratefulness you succumb
kill the fear and seek that child
long ago you alone have trapped

Wednesday, April 2

μικρέ μου Τόσκα

αέναη ρόδα ποντικάκι
τρέχεις ως το πουθενά
γελαστό κι ευτυχισμένο
δίνει η άγνοια φτερά

κει μακάριο στο κλουβί σου
φτιάχνεις πλούσιο σπιτικό
κρέμει από άχυρα χτισμένο
σαν μεταίωρο στο κενό

τρέχεις και στριφογυρίζεις
έγνοιες, θέματα πολλά
πού να κρύψεις τα φουντούκια,
αν θα ξύσεις την ουρά

δυο παλάμες δρόμο βλέπεις
θαρρείς πως μακριά κοιτάς
βαθιά μέσα σου το ξέρεις
τον εαυτό σου ξεγελάς

πέντε κάγκελα στην πόρτα
σου 'χουν κλέψει τη ζωή
μα πιο ειλικρινά ας πούμε
εκεί τα έχτισες εσύ

για αυτό τρέχα ποντικάκι
χαμογέλα σκυθρωπό
κάνε κύκλους ποντικάκι
χωρίς φρένα στον γκρεμό

κι αν θα τύχει και ξυπνήσεις
ένα ωραίο πρωινό
μες στον πανικό θα τρέξεις
να γεμίσεις το κενό

για βγες λίγο απ'το κλουβί σου
δες τον ήλιο καθαρά
στο γαλάζιο του μανδύα
ξέγνοιαστη η ζωή πετά

σαν την δεις να σου γελάει
κάγκελα, κλουβιά πετάς
σαν και πρώτα βαθειά νιώθεις
προς τα εκεί πρέπει να πας

Αφιερωμένο σε όλους, γιατί είμαστε όλοι σαν ποντικάκια, σαν ψάρια. Γεννηθήκαμε μέσα σε ένα κλουβί, σε μία γυάλα και είμαστε σίγουροι ότι αυτός είναι όλος ο κόσμος και ότι είμαστε ελεύθεροι. Σκέψου πόσο γελοίο και χαζό θα μας φαίνεται αυτό αν και όταν, κολυμπώντας στην ανοιχτή θάλασσα, θα κοιτάζουμε απο μακριά αυτήν τη μικροσκοπική παλιά μας φυλακή, ολόκληρο τον παλιό μας κόσμο.
Θα καταφέρουμε άραγε ποτέ να αποδράσουμε εντελώς;

Tuesday, March 11

η μάγισσα

μάγισσα! πώς μου ζητάς
το μαγικό μας σύννεφο να αφήσω;
είναι σπάνια, σαν τα παλιά τα όνειρα
τούτα τα σύννεφα καρδιά μου
ή μήπως δεν το ξέρεις;
είναι όμορφα σαν τα μικρά παιδιά
και με μανδύα μου το σύννεφο, μικραίνω
μα είναι αλήθεια, σαν μικραίνω με τρομάζει
παλιά αυλή, χέρια και χείλη
πώς κυνηγούσα ένα φιλί με μιαν απόχη
μην μας δουν! ήταν παράνομο πολύ..
ξεχάσαμε άραγες πώς ήμασταν παιδιά;
δυο λόγια απλά, ένα χαμόγελο
πρώτο φιλί μες στη σιωπή
μα είναι μαγική η σιωπή
εκεί είμαι τώρα σαν παιδί
και μαγεμένος την ακούω

September Song in March


you gentlemen who think you have a mission
to purge us of the seven deadly sins
should first sort out the basic food position
then start your preaching, that's where it begins

you lot, who preach restraint and watch your waist as well
should learn for all time how the world is run
however much you twist, whatever lies you tell
food is the first thing, morals follow on

so first make sure that those, who now are starving
get proper helpings, when we all start carving

what keeps mankind alive, the fact that millions
are daily tortured, stifled, punished, silenced, oppressed
mankind can keep alive, thanks to its brilliance
at keeping its humanity repressed
for once, you must try not to shirk the facts:
mankind is kept alive by bestial acts.

you say the girls may strip with your permission (whoa!)
you draw the line dividing art from sin
so first sort out the basic food position
then start your preaching, that's where it begins

you lot, who bank on your desires and our disgust
should learn for all time how the world is run
whatever lies you tell, however much you twist
food is the first thing, morals follow on
*
for once, you must not try to shirk the facts
mankind is kept alive by bestial acts

Bertolt Brecht (text)
Kurt Weill (music)
Charlie Haden (double bass)
William Burrows (recital)

Wednesday, February 27

stream

I love to stare these rocks, laid down along the way
pieces of dirt and stone coming together, seems in vain
each one of them alone, each one unique
what does this change, and what should it?
and what could one be, if not the weakest stream
peacefully strolling in between
nothing but filling up the space, in one's own way
it's only that, what makes us special
for these wild rocks are laid forever, down along the way
and it's this space where all with meaning comes to place

Monday, February 25

αντίφαση

πόλεμος έξω χαλασμός, ριπές σχίζουν το βράδυ
μα η πιο μεγάλη, άκουσε! είναι η μέσα μας η μάχη
γιατί να πολεμάει τους άλλους, κάποιος φτάνει
σαν θα'χει ήδη μέσα του παλέψει, κι έχει χάσει
ή αν απλά δεν πάλεψε ποτέ κι έχει βραδιάσει
σαν παραδόθηκε άδοξα, πριν καν τον εαυτό του μάθει
μα αν πάλι από έρωτα για τη ζωή το κάνει
τότε μόνο, ν'ακούω για σφαίρες θα έχω ανάγκη
κι ας είναι η αντίφαση αυτή, του κόσμου η πιο μεγάλη

Thursday, February 21

στον Ρουμάνο του Sants

ήταν ένα όμορφο ξημέρωμα Φλεβάρη
όπως περνούσα εκεί σε είδα από μακριά
μπρούμυτα στο άσφαλτο με κούτελο ανοιγμένο
με μια απορία στα μάτια σου, σαν τα μικρά παιδιά

το μάγουλό σου σκούπιζε το αίμα απ'το χώμα
μέσα απ'τα δάκρυα με κοίταξες ευθύς
και σιωπηλός μου φώναξες "γιατί τόση αδικία,
στο σκάρτο κόσμο μας παντού έχει απλωθεί;"

κάποτε έστεκες ορθός με περηφάνια
τώρα σε τρώει ένα παράπονο παιδιού
"γιατί στο χώμα να χάνω εγώ τώρα τα πάντα
με ένα γκλομπ κόντρα στο σβέρκο παγερό;"

όπως με κοίταζες πλέον ξεκάθαρο ήταν
τυχαία δεν βρέθηκα στην θέση σου σου εγώ
σε μια στιγμή να κλέβουν όλη τη ζωή μου
μόνο γιατί έτυχε και δεν είμαι "από εδώ"

σε μια αποβάθρα τρένου κάθομαι και κλαίω
σ'ένα παλιόχαρτο σου γράφω, να σωθώ
κι ό,τι και να σου λέω τώρα πια το ξέρω
δεν θα αλλάξει τίποτα τον κόσμο, ειρηνικό

- Βαρκελώνη, 21 Φλεβάρη 2008

Sunday, February 17

λίμνες

κοίτα ψηλά, βρέχει παντού τριγύρω ώρες
τυχαία κι άδοξα αρπάζονται απ'τους περαστικούς
τον Ουρανό μου κάλυψες με πέπλο από γαρδένιες
στεγνός κάτω του, αγέραστος, καπνίζω σιωπηλός

κι είναι η κάθε μου μοναχική στιγμή
θλιμμένη λίμνη, παγωμένη του Βορρά
σκαρί ασάλευτο στην κρούστα της προσμένω
του χρυσού Ήλιου σου την ποθητή ματιά

Wednesday, February 13

πυξίδα

γραμμή γραμμή ακροβατώ
σκοντάφτω, χίλιες λέξεις
παλιό σκαρί δίχως πανί
στο κύμα, μη ζηλέψεις

ταξίδι είναι εξωτικό
το βλέμμα της που καίει
πάνω στο δέρμα σαν γλυστρά
πονάει μα με μαγεύει

παλιό καράβι αδειανό
σαλπάρει δίχως σκέψη
σ'έναν ορίζοντα αχνό
κινά να την γυρέψει

βράχια παντού και τρικυμιά
ο μπούσουλας χαμένος
με μια πυξίδα ανάποδη
το μέλλον μου υφαίνω

δυο δάχτυλα σ'ένα λαιμό
να ψαχουλεύουν το αύριο
θυμάμαι δυο μάτια θολά
χάμω τη γη κοιτάω

μια αναλαμπή κάπου βαθειά
ασήμι στα νερά της
σαν βρέφος σκύβω στο βυθό
καθρέφτης στα όνειρά της

Monday, February 11

αναίρεση (ελαφρολαϊκό άσμα Σπηλαίου)

μια νότα φάλτσα και κουτσή
κινά το λόφο ν'ανεβεί
ιδρώνει η έρμη, αγκομαχά
σαν το λιοπύρι την χτυπά

στα στάχια μέσα μπλέκεται
με τα έντομα παλεύει
το γαϊδουράκι καβαλά
τις μύγες του σκορπαίνει

πήρε καμίνο δύσκολο
δύσβατο μονοπάτι
μα έχει μια αναίρεση
κρυφά βάλει στο μάτι

πια δεν βαστά να 'ναι στραβή
η έρμη η πλάτη της πονεί
να φτάσει θέλει στην κορφή
την ομορφιά της για να δει

μικρή μου αναίρεση γλυκιά
μου 'κανες μάγια τρομερά
μες στο γλυκό σου το κορμί
η πιο θεσπέσια μουσική

σαν την ακούω να με καλεί
πέρα από κάθε λογική
υπνωτισμένος σαν παιδί
δίνω όλη μου τη ζωή

Thursday, January 31

ταξίδι χωρίς προορισμό

μία βραδιά, πορεία τυφλή του παραλόγου
σε μια αγγαλιά μάτια φωλιάζουν σιωπηλά
για φωτιάς όνειρο που δεν τελειώνει πες μου
θαρρώ το ίδιο είδα και γω κάποια φορά

μια χούφτα αστέρια, μοιάζουν ψεύτικα φωτάκια
χάντρες που σβήνουνε ψηλά στη χαραυγή
σε μια σκεπή ξαπλώνει ο γέρος μαγεμένος
χαϊδεύει ακίνητος μια μαγική στιγμή

βυθός παράξενος, γεμάτος αναμνήσεις
μα στολισμένος με κοράλλια μαγικά
άγνωστα ακόμα, με μυστήριο καλυμμένα
τέσσερα μάτια τα χαζεύουν ζωηρά

η φαντασία, άσπρο άλογο καλπάζει
ποδοπατάει καθετί το λογικό
φόβος κι ελπίδα αναβάτες, στο φεγγάρι
κύμα σηκώνουνε, βαρκάκια στο βυθό

μικρή κουκέτα σ'ένα τρένο μαγεμένο
μοναδικός προορισμός το πουθενά
δυο επιβάτες σαν θα φτάσει κατεβαίνουν
βουνά διασχίζονται από ρυάκια μυστικά

πίσω απ'τις πόρτες της η τύχη τι να κρύβει
κάποιος το τέλος κάποτε ήθελε να δει
μα από τη στέγη ο γέρος σιγοψιθυρίζει
το άγνωστο είναι το μοναδικό κλειδί
όπως και κάθε τέτοια μαγική στιγμή

- δεν είμαι όλα όσα φαντάζεσαι
- δεν φαντάζομαι όλα όσα είσαι

Thursday, January 17

σκιά

μικρή σκιά με τριγυρνά, με γυροφέρνει
πετάει ο χρόνος, σαν παιδάκι της γελά
σαν βγαίνει ο ήλιος, κρύβεται και περιμένει
μα πριν να δύσει πάλι ξεπηδάει μπροστά

ύπνου μυστήριο ξαφνικό, ποιος το πιστεύει;
βουβή ταινία ξετυλίγεται γοργά
μια γεύση επίμονη, με τίποτα δεν φεύγει
πικρία κρύβουνε τα φρούτα τα γλυκά

μία σκιά ίσως να παραμείνει πάντα
αίνιγμα απλό, μα που δεν το 'λυσε κανείς
μια αχνή ιδέα, πώς μπορούσες να διαλέγεις;
αντί δυο δάκρυα, μια φωνή, ένα φιλί;

της Λισαβόνας ένα σκοτεινό σοκάκι
με ένα φάντο μια τσιγγάνα αργά κεντά
σαν τον καπνό από τσιγάρο που πετάει
μορφή να έπαιρνε η σκιά για μια φορά