Tuesday, July 17

10 λεπτά στο παρασκήνιο

Ζητάτε να σας πω
τον πρώτο μου σκοπό
τα περασμένα μου γινάτια
ζητάτε "είδα μάτια"
με σκίζετε κομμάτια

Σε μια παλιά πληγή
που ακόμα αιμορραγεί
μη μου γυρνάτε το μαχαίρι
αφού ο καθένας ξέρει
τι πόνο θα μου φέρει

Είναι πολύ σκληρό
να σου ζητούν να τραγουδήσεις
έναν παλιό σκοπό
που προσπαθείς να λησμονήσεις

Στο γλέντι σας αυτό
δε θα' τανε σωστό
αντί για άλλο πιοτό
να πιω εγώ φαρμάκι
μ' ένα τέτοιο τραγουδάκι

Γελάτε ειρωνικά
και λέτε μυστικά
ίσως με κάποια καταφρόνια
μια και περάσαν χρόνια
εσύ τι κλαις αιώνια

Γιατί βαρυγκωμείς
δεν είδαμε και μεις
μια ομορφιά σ' αυτή τη ζήση
δεν πήραμε απ' τη φύση
καρδιά για ν' αγαπήσει

Αχ, δεν είν' οι καρδιές
όλες το ίδιο καμωμένες
ούτε κι οι ομορφιές
στον κόσμο δίκαια μοιρασμένες

Και μες στη συντροφιά
σε κάθε ρουφηξιά
ξεχνώ μιαν ομορφιά
που γέμιζε μεράκι
το παλιό μου τραγουδάκι
- στον Α.

Monday, July 9

Πλατεία

Κάτασπρο σεντόνι απλωμένο στο πλακόστρωτο της κεντρικής πλατείας του χωριού, κάτω από τον τεράστιο πλάτανο.. Ξημερώνει βγαίνει ο ήλιος, παιχνιδίζει με το λευκό και ο γεροπλάτανος χαμογελάει.. Σαν κάτι να ξέρει..

Περνάνε παιδιά, φωνές και παιχνίδια, το πατάνε με θράσος νεανικό, κυλιούνται πάνω του και το λερώνουν. Περνάνε οι καλοντυμένοι αρωματισμένοι ηλικιωμένοι, το κοιτάνε με ζαρωμένη απορία, περιφρόνηση και δυο γραμμάρια φθόνου. Φτύνουν πάνω του και σβήνουν τα τσιγάρα τους, προσπαθώντας να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, να αφήσουν και αυτοί το σημάδι τους χαλώντας κάτι όμορφο. Περνάει κι ένας σκύλος, βρώμικος, ψωριάρης, στέκεται, το μυρίζει αργά αργά, τρίβεται πάνω του και το γλύφει προσπαθώντας να καθαρίσει τους τόσους λεκέδες που άφησε το περαστικό μπουλούκι. Ο ήλιος όμως τους έχει ξεράνει και δεν βγαίνουν. Απογοητευμένος ξαπλώνει πάνω του και με τον πλάτανο παρέα κλαίνε χωρίς να ξέρουν το γιατί..

Ένα τριζόνι νανουρίζει τον σκύλο που κουράστηκε να κλαίει. Βράδιασε. Έχει πλέον πάρει το σχήμα του εδάφους, της πέτρας και του σκαραβαίου που κρύβονται από κάτω του. Βράδιασε, άδειασε η πλατεία από θορύβους και φλυαρίες. Νάτο το φεγγάρι γεμάτο, με το φως ασπρίζει τα πάντα και οι λεκέδες σαν να χάθηκαν για λίγο. Νοσταλγία. Μόνος τροβαδούρος μένει ο άνεμος, "βραχνός προφήτης", ανακατεύει τα ξερά πλατανόφυλλα που χοροπηδάνε πάνω στο λεκιασμένο σεντόνι, φευγαλέες αναμνήσεις της περασμένης του ζωής.

Thursday, July 5

Raval blues

noche blanca luna llena
cuerda rota no importa
negro viejo canta al cielo
blues gritando último canto

el corazón sale de su boca
mientras dolida su alma se arrastra
contra un techo de la última estrella
encendida aún, pa cuanto?

Monday, July 2

κρύα βυσσινάδα

Με συνεπαίρνουν οι άνθρωποι με γυαλιστερά μάτια που φαίνεται ότι μέσα τους κρύβουν ένα σεντούκι.. και η μουσική.. η μουσική.. Γίνεται να έχει κάποιος ένα μάτι γυαλιστερό κι ένα θαμπό; Να κρύβει ένα σεντούκι με δύο θήκες; Να'χει θησαυρούς στο ένα και σκατά στο άλλο;

όποιος πει ότι έχει μόνο ένα σεντούκι γεμάτο με χρυσά δεν αξίζει ούτε μια δεκάρα από τα κέρματα του αυτά. Όλοι δύο έχουμε, είναι η φύση μας και μέχρι να το δούμε και να το δεχτούμε θα υποφέρουμε φριχτά.. Με τρομάζουν άπειρα πράγματα, με τρομάζει η μετριότητα, η βαρεμάρα, οι σάπιοι άνθρωποι, ο καπνός πάνω από την Αθήνα που βλέπω στις φωτογραφίες, ο Κινέζος που σκότωσε στο ξύλο το 3χρονο κοριτσάκι του γιατί δεν μπόρεσε να μάθει απ'έξω και τα 1000 ιδεογράμματα, ο μαλάκας που δουλεύει απέναντι μου που τα μάτια του είναι πιο θολά και από τσιπούρα νεκρή δυο μήνες τώρα. Ε όχι, τα γυαλιστερά μάτια δεν με τρομάζουν ούτε με θαμπώνουν, με καβλώνουν και με κάνουν να σκέφτομαι ό(,)τι έχει νόημα.. χαρίζουν λίγη από τη λάμψη τους και στα δικά μου..

είμαι θυμωμένος.. πολύ θυμωμένος.. θέλω να σκοτώσω όλους του μαλάκες αυτού του κόσμου που σκοτώνουν την ομορφιά με μια τους κίνηση, έτσι απλά

λατρεύω τη βυσσινάδα και το γλυκό βύσσινο, είναι το μόνο που μου αρέσει τόσο.. Μου θυμίζει τη νονά μου, τα καλοκαίρια στο Σούνιο που με είχε στα πόδια της, μικρό κωλοπαιδαράκι και γελούσε όταν με έβλεπε να καταβροχθίζω λαίμαργα ολόκληρο το βάζο.. Έκανε ζέστη και καθισμένοι στον κήπο ακούγαμε τα τζιτζίκια. "Ουρανέ μου" μου έλεγε.. Τι όμορφα γυαλιστερά μάτια που είχε..

Κηδεία

δεν ξέρω πώς να νιώσω.. αν θυμώσω θα σκοτώσω.. αν λυπηθώ θα σκοτωθώ.. απάθεια δεν χωράει άλλη πια. αν και όταν γυρίσω σε αυτή μου την "αγαπημένη" χώρα θα κάνω αναγκαστικά αυτό που πρέπει.. μπόμπες.. άπειρες μπόμπες.. γιατί τελικά ναι, εντελώς κατά της βίας, φιλοσοφία, λόγια. αλλά υπάρχουν φορές που μόνο με μπόμπες μπορείς να βρεις νόημα μέσα στο θέατρο του παραλόγου. Καργιόληδες να με συλλάβετε τώρα που μπορείτε γαμώ τα σπίτια σας και τα μπετά σας και τα λεφτά σας και τα χρυσά σκατά σας


ΦΤΑΝΕΙ


Wednesday, June 20

Η πασχαλίτσα

Σε τρεις στιγμές, γοργά γοργά, σκαρφάλωσε στο αυτί μου και μέσ'στην σκέψη κατασκήνωσε με θράσος. Στριμωγμένη, άνοιξε τα φτερά της για να κάνει λίγο χώρο. Ξαφνικά χρώματα, φτερούγες και αρώματα να σπρώχνουν τα όνειρά μου και να τα καταπατούν βίαια μα στοργικά συνάμα. Και γω δεν βλέπω πια τίποτα, μόνο χρώματα θαμπά πίσω από τα μάτια μου να εξερευνούν το σκονισμένο χάος εκεί στο βάθος. Να δανειζόμουν για μια στιγμή αυτά της τα φτερά, να δω και γω!

Κι αυτή από εκεί μέσα πια δεν το κουνάει ρούπι, μα όλο φτερουγίζει και απολαμβάνει την καινούργια της φωλιά. Σαν να την ακούω να γελάει.. Λες να κατάλαβε; Μάλλον ξέρει κάτι που δεν ξέρω..

Tuesday, June 19

Με κάθε άνθρωπο που πεθαίνει, πεθαίνει ένας ολόκληρος κόσμος

μικρό καλοκαιρινό κουίζ

Ε, χμ, συγγνώμη δεσποινίς!

μικρό κουίζ: ποιο είναι το μοναδικό πράγμα που παράγει πάντα ο άνθρωπος, ακόμα και όταν δεν εκτελεί καμία λειτουργία νοητική ή σωματική (ιδιαίτερα τότε);

μικρή αλήθεια: χμμ, το μοναδικό πράγμα που παράγει πάντα ο άνθρωπος είναι τα..σκατά...

μεγάλο πρόβλημα: και πώς θα σας φαινόταν ένας καλοφαγομένος χοντρός "κύριος" σαν και μας, καθιστός αντικρυστά στην τεράστια τηλεόρασή του, μασουλώντας βουλιμικά, προσπαθώντας να ξεχειλώσει το παντελόνι, να προσπαθεί να μας πέισει και να πειστεί ότι συγκινείται βλέποντας ένα ντοκυμαντέρ για την πείνα του κόσμου; Μήπως πρέπει να καταλάβουμε ότι ΧΟΝΤΡΥΝΑΜΕ ΠΟΛΥ ΜΑΛΑΚΕΣ;

Μα τι θα πει ότι όταν εγώ τρώω δύο πιάτα κάποιος δεν τρώει τίποτα; Για να σοβαρευτούμε λίγο, τι λογική είναι αυτή;;

~

Monday, June 11

Ράγες

σφυρίζει ένα αεράκι μα μπορώ το ακούσω μονάχα με το δέρμα μου. Στις ράγες πάνω του πουθενά βαδίζουμε με ωτοασπίδες και μάτια δεμένα.. Ούτε ξέρω ούτε θέλω να ξέρω, απλά πασχίζω να ισορροπήσω στη ράγα μου με τη βοήθεια του χεριού σου. Ξέρω μόνο ότι ακουμπάει κρύο μέταλλο στo δέρμα μου και γω πηγαίνω. Ποιος τις έβαλε τόσο μακριά τη μία από την άλλη;

σβήσε τον ήλιο και άφησε τα σύννεφα να κλάψουν για μια στιγμή, ελεγεία της απουσίας. Ακούμπησε την πλάτη σου στο θέλω μου, να ψηλαφήσω τις ατέλειες που σε κάνουν τόσο διαφορετική. Δάχτυλα τεντωμένα αιωρούνται πάνω από δέρμα που ανατριχιάζει απελπισμένα όσο μπορεί, προσπαθώντας να τα φτάσει. Πόσο μου αρέσει αυτή τους η πτήση. Κρυώνεις;

διαλύεται η ντροπή μες στο κρασί σαν χάπι αφροδισιακό, γίνεται σκόνη, ανακατεύεται και σβήνει. Ξυπνάνε οι άνθρωποι. Δυο δεκάδες πλεγμένα δάχτυλα παλεύουν ιδρωμένα. Δυο ζεστοί ψίθυροι τρυπώνουν στο αυτί μου κι ένα φιλί από καπνό φτιαγμένο με αποτελειώνει. Θέλω.. Δυο πόδια σφιχταγγαλιάζουν τη μέση μου και ταξιδεύουμε. Κλείσε τα μάτια, να δούμε πιο καθαρά.

Όχι άλλες λέξεις...

είδα το πιο περίεργο όνειρο.. ήμασταν λέει...
όνειρα σαν αυτό..

- για και από την Νεφελίνα

Monday, June 4

Στην πλώρη

Υπνωτισμένοι από της θάλασσας το ασημί, καθρέφτης στο φεγγάρι
ένα βοτάνι μας στοιχειώνει το μυαλό, σκέψεις και αισθήματα ξεθάβει απ'το αμπάρι
να 'ρθει η παλίρροια λησμονούμε, στον αφρό της να τα πάρει

μεις πιότερο ψηλώσαμε απ'όσο η μέση μας αντέχει να κρατήσει Καπετάνιο
κρεμάσαμε πολλά χρυσάφια και ρουμπίνια, βαραίνουν στον λαιμό απάνω
ξυλοπόδαρο ροκανισμένο πια δεν τα βαστάει, λυγίζει, πέφτει χάμω

σαν το κανόνι κούφια είν'η ζωή μας και βαριά
την πλώρη βάλε τώρα εσύ προς τα ανοιχτά
χάρτινο θησαυρό, την σωτηρία μας να πιούμε
κοίτα! κάτι σαλεύει μες στο πράσινο, στα άπατα βαθιά...

Saturday, June 2

- Τι ψιθυρίζεις;
- Φοβάμαι..
- Τι φοβάσαι; Τη μοναξιά; Το θάνατο; Τους ανθρώπους; Τον εαυτό σου;
- Την μετριότητα φοβάμαι και για αυτό την μισώ τόσο πολύ..

βαρύ, πολύ βαρύ

- Μου βαραίνεις την πλάτη
- Μα είμαι απλώς μια ανάλαφρη πεταλούδα, οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να πετάξω
- Γι' αυτό μου τη βαραίνεις..
- Δεν σε βαραίνω εγώ, μα ο δικός σου φόβος. Αυτός κάνει αβάσταχτη στην πλάτη σου την δική μου ελαφρότητα. Αυτός θα με αναγκάσει να πετάξω. Διώξτον και άσε με να ξαποστάσω, κουράστηκα πια..

- ένα ευχαριστώ

Friday, June 1

Για την Αμαλία

Στο στίβο αυτόν που γεννηθήκαμε και ιδρώνουμε
εσύ ήρθες ξυπόλυτη και δίχως δικαιοσύνη
τριγύρω τρέχουν ακρωτηριασμένες οι ψυχές
το αίμα ο ένας του άλλου ψάχνει να πίνει

Έτρεξες όσο μπορούσες να κρυφτείς
μεσ'της μηλιάς τον ίσκιο να ανασάνεις
μα είναι που κοστίζει η αναπνοή
τόσο που δεν στην χάρισε κανείς

Και στο χαμό και στη σφαγή και στα τσιμέντα
βρήκες ψηλαφηστά μια σπιθαμή βρεγμένο χώμα
και γρήγορα εκεί φύτεψες τον σπόρο σου
που άνθισε και μύρισε όπως πρώτα

Καλό ταξίδι.. Δυστυχώς, αυτός είναι ο κανόνας κι όχι η εξαίρεση. Καλό ταξίδι..

http://fakellaki.blogspot.com/

Tuesday, May 29

Ταξίδι στη Βραζιλία

Σπάνια τυχαίνει να βρεθεί στον δρόμο σου ένας άνθρωπος αληθινός, τόσο αληθινός που άθελά του σε ταρακουνάει και σε ξυπνάει από το κακό όνειρο που σου βαραίνει τις φλεφαρίδες. Μου δάνεισε τα φτερά του, έκλεισα τα μάτια και πέταξα στον τόπο του για μια στιγμή. Άφησα τα τσιμέντα και κυλίστηκα στην απογευματινή αμμουδιά με μόνη παρέα φωνή αγγέλου, γεμάτη αγάπη για όλα. Τόσο υπέροχα γεμάτη που σκάει και πλημμυρίζει όλα τα φράγματα της προκατάληψης και ζωγραφίζει με ένα χοντρό μαρκαδόρο ένα χαμόγελο σε όσους είχαν την τύχη να την ακούσουν. Θαλασσινό πουλί στα όνειρά μου...

Monday, May 28

Εικόνες "φυσιολογικές"

Χάνομαι μες στην βουή της πόλης. Πλήθος νεκρό με σκοτώνει και μένα σιγά σιγά κι όμως δεν μπορώ να ξεφύγω, είμαι εθισμένος σε αυτήν την θορυβώδη κενή πολυκοσμία. Κατά λάθος με σκουντάει μια κοπέλα, με κοιτάει τρομαγμένη και σπεύδει να ζητήσει συγγνώμη, σαν να με μόλυνε με λίγο ανθρώπινη επαφή. Τρέχα να πλυθείς.. Ή μάλλον δεν χρειάζεται καν, είσαι εμβολιασμένη. Μία καθώς πρέπει "κυρία" κρύβει το μαργαριταρένιο κολλιέ της με την γούνα ενός ταλαίπωρου ζώου, θύμα της αυτονόητης ανθρώπινης ανωτερώτητας απέναντι στη φύση. Σέρνει δύο ποντικοσκυλάκια τα οποία λατρεύει, το δίχως άλλο. Ενώ σηκώνει λεφτά, ένα από αυτά κατουράει έναν άμοιρο κουρελή, που ξαπλωμένος στο τσιμέντο δεν έχει ακόμα συνέλθει από το κρύο της προηγούμενης νύχτας. Η εκδίκηση της φύσης.. Γιατί δεν κατουράει ποτέ την "κυρία"; Κανόνας της ζωής λένε. Α ρε μαλάκες..

Ο Μπρεχτ είπε ότι η τέχνη δεν είναι καθρέφτης της πραγματικότητας, δεν είναι ο σκοπός της να την αντικατοπτρίζει. Είναι ένα σφυρί για να την αναδιαμορφώνει. Αναρωτιέμαι τελικά θα καταφέρουμε να πετάξουμε ποτέ; Έχουμε πλέον τα φτερά, έχουμε το σφυρί, έχουμε τα πάντα. "Μόνο" η θέληση μας λείπει..

Στάση

Πόδια μουδιασμένα. Σώμα παράλυτο. Προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια, να καταλάβω τι συμβαίνει. Όσο και να προσπαθώ αδυνατώ να θυμηθώ πώς βρέθηκα εδώ, ούτε καν πού είναι αυτό το "εδώ". Η μόνη αίσθηση που δεν με πρόδωσε είναι η ακοή μου. Αυτή με ενημερώνει για ένα περιοδικό μεταλλικό θόρυβο, σαν ρολόι, στον κάθε χτύπο του οποίου τραντάζομαι και γω. Έχω μια περίεργη γεύση, σαν από καφέ καφέ. Φαίνεται θα 'ναι πρωί μάλλον, θα ξύπνησε η γεύση, να συμφιλιωθεί με την γλώσσα μου.

Ξάφνου μέσα στο σκοτάδι εισβάλει στο κεφάλι άθελα μου μια ανάμνηση. Τι περίεργο, έχω να την σκεφτώ καιρό κι όμως είναι σαν να είμαι στη Ζάκυνθο, σαν τότε. Ζεστό θαλασσινό νερό πάνω από ρηχή άμμουδιά και σώματα που εφάπτονται. Παγωτό φράουλα. Τρία νυσταγμένα κύτταρα του μυαλού μου, υπεύθυνα για την όσφρηση, καταφέρνουν να μου ψιθυρίσουν ότι φταίει το άρωμά της που τυχαία σκαρφάλωσε στα ρουθούνια μου, μάλλον από κάποιο περαστικό φάντασμα. Ρουφάω βιαστικά δυο τρεις φορές για να κρατήσω την ανάμνηση λίγο ακόμα. Μα όπως όλα τα όμορφα πράγματα, χάνεται πρόωρα. Τη θέση της παίρνει μια διαπεραστική μπόχα, σαν ναφθαλίνη αναμειγμένη με ιδρώτα σε τυχαίες δόσεις.

Αναγκάζω τον εαυτό μου να θελήσει να μάθει τι συμβαίνει. Πείθω τα μάτια μου να αφήσουν λίγο φως να περάσει, εξετάζω τις θολές εικόνες και κάτι με σπρώχνει να τα κλείσω ξανά. Απέναντί μου κάθεται μία ηλικιωμένη λατινοαμερικάνα, με σκούρο δέρμα και ένα κόκκινο γυαλιστερό κραγιόν, πασαλειμένο άτσαλα ως τα μάγουλα. Οι βαθιές ρυτίδες την κάνουν να μοιάζει με ζαρωμένο κουτάβι. Φαίνεται να έχει συμφιλιωθεί με αυτό το ανεβοκατέβασμα του κεφαλιού της. Το ανεβάζει αργά, με κόπο, μα δεν αντέχει και η νύστα της το ρίχνει βίαια πάλι. Μοιάζει συνηθισμένη σε αυτήν την ενδιάμεση κατάσταση. Και σε αυτό το κραγιόν.

Τι να έχει ζήσει αυτή η γυναίκα; Ποιες αφάνταστες συγκυρίες την έφεραν απέναντί μου σήμερα; Τι να μην έχει ζήσει άραγε αυτή η γυναίκα; Δεν μπορώ να διώξω ένα αίσθημα θλίψης, επίγνωσης του τετελεσμένου. Πίστεψε και αυτή φαίνεται στην αντικειμενική δικαιότητα, πίστεψε ότι, δεν μπορεί, κάποιος θα την ξυπνήσει όταν πρέπει. Έτσι, άφησε τις στάσεις της ζωής της να περνάνε ανέμελα. Ξαφνικά όμως και πριν το καταλάβει, να, φτάσαμε στο τέρμα της γραμμής. Ένας φοβερός κρότος και ένα τράνταγμα αναγκάζουν τα πόδια μου να με σηκώσουν και να με σύρουν έξω από το μετρό. Πάμε για δουλειά...μόνο να θυμηθούμε να κατέβουμε

Tuesday, May 22

Το φραουλοτριαντάφυλλο

Και αν αγαπάω τα χάμστερ γιατί είναι σαν τους ανθρώπους, αγαπάω τα τριαντάφυλλα γιατί μου θυμίζουν την πραγματικότητα μιας ευτυχισμένης στιγμής. Μαγευτικά εξ'όψεως μα δυσπρόσιτα, οχυρωμένα πίσω από αγκάθια. Σημαντικότερο όλων, δεν διαρκούν για πάντα.. Ξεραίνονται, μαραίνονται, χάνονται. Κρίμα δεν είναι; Όμως ακριβώς το ότι είναι εφήμερα τους χαρίζει την μοναδική αξία τους. Τι αξία έχει ένα πλαστικό και αθάνατο τριαντάφυλλο; Τα χρώματα του είναι θαμπά και ψεύτικα. Ούτε άρωμα έχει ούτε δύναμη να συγκινήσει. Ποιος δάκρυσε ποτέ μπροστά του; Ξέρω πλέον ότι δεν θα κρατήσει για πάντα, για αυτό οφείλω στον εαυτό μου να το μυρίσω με όλο μου το είναι, σαν τυφλός και κουφός που του έχει μείνει μονάχα η όσφρησή του, πυξίδα και ηδονή. Ένα άσπρο τριαντάφυλλο βαμμένο με κόκκινο κρασί μου χαϊδεύει το πρόσωπο...

Saturday, May 19

Άσπρος γάτος, μαύρος γάτος

Αγαπάω τα χάμστερ. Κοιτώντας τα μπορείς να μάθεις πολλά για τους ανθρώπους. Τρέχει ο πόντικας αγωνιωδώς στη στρογγυλή του ρόδα, όλη του η ζωή εκεί, τρέχει αγνοώντας πού πάει, γιατί τρέχει. Αγνοώντας ότι όσο και να παλεύει, βήμα δεν το κουνάει.

Προσπαθώ να διώξω τις σκέψεις μα πετάνε πάνω από το κεφάλι μου σαν κοράκια.. Με κουράζουν.. Με τρομάζουν.. Πώς κάναμε τα πράγματα τόσο περίπλοκα; Αυτοτιμωρούμαστε νιώθοντας ένοχοι για την φύση μας. Αυτήν πολεμάμε τελικά, αλλά πώς να κερδίσουμε και γιατί; Αυτός είναι ο γάτος μας.

Σε ένα ποτάμι θολό κολυμπάω μεθυσμένος, με συνοδεία μια χάλκινη ορχήστρα. Με καλεί να ξυπνήσω από τον εφιάλτη της νηφαλιότητάς μου και να βουτήξω όσο πιο βαθιά μπορώ, να φτάσω αυτή την μεγάλη μαύρη σαμπρέλα που μέσα της κοιμάσαι, πριν την παρασύρει το ρεύμα.. Σαν την ταινία. Να σφηνωθώ μέσα στη ρόδα σου αυτή και να σε σφίξω, να σε φιλήσω σαν να μην είχα φιλήσει ξανά άνθρωπο. Να μοιραστούμε τη ρόδα αυτή και την στιγμή μπας κι έτσι σβήσουμε ματαιότητά τους. Μόνο έτσι αποκτά νόημα και κουράγιο. Μες στη σιωπή της μουσικής να με κοιτάζεις, μάτια ορθάνοιχτα, αμόλυντα μικρού παιδιού, πριν να κρυφτούμε μέσα στα ηλιοτρόπια και αγαπηθούμε μεθυσμένοι, αληθινά...

Tuesday, May 15

Νανούρισμα

Ξαπλώνω πάνω στην βροχή. Μαστουρώνω με το βρεγμένο άρωμά της και με νανουρίζει μια συμφωνία των σταγόνων και της πείνας μιας κοιλιάς που μου δώθηκε για μαξιλάρι. Πόσο μου αρέσει αυτό το μαξιλάρι. Συγγνώμη, πάω να πιάσω αυτό το πολύχρωμο όνειρο που πετάει μέσα στο δωμάτιο..

Monday, May 14

Replicant found after seven years dead in bed, alone

The decomposed corpse of a Replicant was found alone in its bed after nearly seven years, Guardians in the western city of Utopia said Thursday. The Guardia said in a statement the Replicant was about 29 Replicant Years old and unemployed at the time of its "retirement". It most likely died of abandonment and psychological distress on October 27, 2046, the date it received a letter from the Welfare and Emotions Office found in the apartment, Guardia said.

Next to the dead Replicant's bed Guardia found cigarettes, an illegal Kundera's novel banned in 2029, a manuscript and relic Euro coins, which came out of circulation after the Watercoin was introduced in 2019. The apartment was in a building with high-tech businesses and apartments, many of have been deserted for years. This is only one of countless such events.

No one missed "him". No missing "person" report was ever filed, nobody shed a tear. Nobody remembered.

- inspired by an actual news article

Sunday, May 13

Domingo mas lindo...

¡Buenos días Sol!

La arena me esta quemando los pies, y ando llevando una sonrisa.. Viento fresco que huele al mar, llevándome como la pluma, a lugares lejanos. El Sol, una terraza con vista al océano, asado Argentino, hierba rica, música linda. En el aire va volando un abrazo invisible, abrazo de amistad que tranquiliza mi alma.. Aroma de felicidad... Ojalá que todos pudieren sentir este abrazo, por un instante, cuanto mas lindo seria este mundo..

Adiós Sol y gracias...hasta la vista...

Friday, May 11

como fue

olvidas poco a poco como es
el frio
del rio

como se ve
el color
del dolor

como se siente
el dolor
del color
como fue
lo real

Dulces sueños

En calle fria y amarga, perdida anda
la luna desapareció
sigue su luz ya quierida
necesita ver donde llegó

Thursday, May 10

Friday, May 4

Thursday, May 3

Comprender

"Comprender ke no todo se comprende
es el motor para poder soñar"

"Το να κατανοήσουμε ότι δεν είναι τα πάντα κατανοητά είναι η κινητήρια δύναμη για να μπορούμε να ονειρευόμαστε"

- Ojos de Brujo

Tuesday, May 1

Mama Tierra

Que dificil cantarle a tierra madre
que nos aguanta y nos vio crecer
y a los padres de tus padres
y a tus hijos los que vendrán despues

Si la miras como a tu mama
quizas nos cambie la mirada
y actuemos como el que defiende a los suyos
y a los que vienen con el

La raiz en mis pies yo sentí
levante la mano y ví
que todo va unido, que todo es un ciclo
la tierra, el cielo y de nuevo aqui

Como el agua del mar a las nubes va,
llueve el agua y vuelta a empezar, oye i yee

Grite, grite...o no lo ves??
va muriendo lentamente, mama tierra...mother earth...

No se trata de romper ventanas
ni farolas ni de cara
mejor romper conciencias..equivocadas..oye..
nadie nos enseñó ni a ti ni a mi
nadie nos explicó ni a ti ni a mi
mejor aprender, que corra la voz y quizás conseguir...
-Macaco

Thursday, April 26

Βλέμμα κενό

Και αν τα μάτια είναι όντως ο καθρέφτης της ψυχής,
αν όντως λένε μυστικά και λόγια ψεύτικα
που από το ψέμα κάτω κρύβουν την αλήθεια
αυτή που πάντα αποφεύγεις να δεχτείς
τότε τι τρόμος φοβερός δυο μάτια άδεια;

Χωρίς αλήθεια, χωρίς αγάπη για τη βροχή, χωρίς συγγνώμη.
Αύγουστος μύρισε και σκότωσες και συ τον ποιητή σου
σαν άψυχο και άδειο πια δοχείο που κάποτε ξεχείλιζε αγκαλιές

Πόσο απλά τρομαχτική είναι συχνά η αλήθεια
από βάρη επίκτητα του χρόνου απαλλαγμένη και ελαφριά
σαν άσπρο πούπουλο που ασήκωτο σου μοιάζει
πώς να δεχτείς ότι είσαι τόσο περίτεχνα απλός;

Και αυτή η ρυτίδα που εσύ την λες χαμόγελο
στιγμή πια δεν αντέχω να την βλέπω
πιο ψεύτικη από το ψέμα το ίδιο, την μισώ

Κάθε φορά σταυρώνεις την ελπίδα σου, σαν τότε
κι ύστερα κρύβεσαι δειλά και κουλουριάζεσαι
μες στον καθρέφτη των ματιών σου

Wednesday, April 25

Σαν το κερί

Πάνω στη φλόγα του κεριού αν περπατήσεις
θα δεις καλπάζοντα τ'άλογα του Βοριά
τον κόσμο σου ολόκληρο τραντάζουν
και μ'ένα φύσημα όλα σβήνουν γοργά

Πάνω στη φλόγα του κεριού αν περπατήσεις
ίσως μια μέρα να αναλογιστείς
πως είναι το κερί χωρίς τη φλόγα
δοχείο ανούσιο δίχως καμιά ψυχή

Πάνω στη φλόγα του κεριού αν περπατήσεις
κοιτώντας κάτω ταπεινά ίσως να δεις
μικρή λιμνούλα απομεινάρι μιας ελπίδας
κοντεύει τώρα πια να σωθεί

Σαν ακροβάτης ανεβαίνεις στο σκοινί σου
σ'ανέμους μέσα και σε θύελλες κουρελής
τη φλόγα αυτή να διατηρήσεις αναμμένη
πριν το κεριού σου αυτού την τελευταία πνοή

Tuesday, April 24

Monday, April 23

Querer

Τι κρίμα που με σφίγγει και με πνίγει, δεν άφησες να σου ακουμπήσω αυτό μου το τριαντάφυλλο στο στήθος. Αυτό μου το τριαντάφυλλο που χρόνια μεγαλώνω.

Να το μυρίσεις κι από την μυρωδιά του ίσως μαγευτείς. Ίσως να ταξιδέψεις, στη χούφτα σου σφιχτά κρατώντας το άρωμά του, σε μέρη αγνά και αγαπημένα, αμόλυντα κι ανέγγιχτα από μανία και λόγια και διαμάντια.

Στην άσπρη άμμο την καυτή τα πόδια να βυθίσεις, μακριά ένα παλιό και ποθητό σκαρί κοιτώντας. Και στη σκιά του κέδρου διψασμένη την ψυχή σου να αναπαύσεις παίζοντας σαν παιδί μικρό με εκείνη την αχτίδα, δειλά ανάμεσα στα φύλλα που περνάει. Στο μπλε βαθειά να βυθιστείς σε μυρωδιές και σε τοπία ξένα, μα όμως τόσο οικεία, σαν την μητέρας σου τη μήτρα. Γιατί από την ίδια αυτά κλωστή θα είναι υφασμένα.

Με δεν το βλέπεις; δεν το ακούς; Ποιο δυνατά να το φωνάξω δεν μπορώ. Με αγωνία στο προσφέρω και με φόβο, ζητώντας μόνο μια ματιά και μια στιγμή, αντάλλαγμα για τόσα χρόνια μόχθου. Να μαραθούν και να ζαρώσουν μην τα αφήσεις.

Μα την στιγμή σου εσύ δεν χάρισες, μαράθηκε και έχασε πια το άρωμά του. Κι αν θα ανθίσει πάλι ποιος το ξέρει; Κουράστηκα να το ποτίζω πια με δάκρυα που απρόσκλητα την πόρτα μου χτυπάνε..

Τι κρίμα που με σφίγγει και με πνίγει, δεν άφησες να σου ακουμπήσω αυτό μου το τριαντάφυλλο στο στήθος. Αυτό μου το τριαντάφυλλο που χρόνια μεγαλώνω.

Sunday, April 22

Plaça de Sant Felip Neri

Νερό που κυλά. Ο ήχος σε ταξιδεύει μακριά, σε στιγμές γαλήνης νεκρικής που κανείς και τίποτα δεν μπορεί να χαλάσει. Ψηλαφείς την λαβωμένη κρύα πέτρα, γεμάτη λακούβες. Βάζεις τα δάχτυλα βαθειά σε αυτές και ουρλιάζεις από πόνο. Κάθε μία και ένα νήμα κομμένο πρόωρα και αλόγιστα. Ένα ουρλιαχτό σαν κάλεσμα σε ένα πηγάδι άδειο. Συγκυρίες της Ιστορίας κινούν την ειρωνία που πλανάται στον αέρα και παγωμένη αναρωτιέσαι..

Ο νους τι συλλογίζεται μετά τον κρότο που τα φτερά σου σκίζει; Όταν το βάρος του αναπόφευκτου λυγίζει την ελπίδα; Εύχεσαι ίσως να ήταν τα πράγματα αλλιώς; Πιο απλά, πιο ήσυχα, φτιαγμένα από ένα χάδι και μετάξι, όχι μολύβι. Σε ποιον αρέσει το μολύβι; Να 'σουν ήρεμη σαν τώρα που αναπνέεις βαθειά, ελεύθερη και συ για μια φορά.

Friday, April 20

Το βαλς μίας χαρούμενης στιγμής

Το γρασίδι μου χαϊδεύει τρυφερά την παλάμη. Σαν χέρι που είναι πια μακριά. Το γρασίδι χορεύει παθιασμένα ένα βαλς με τον Άνεμο. Μόνος, σα χαμένος σκουντοφλάω στο άπειρο πλήθος που με περιτρυγυρίζει θυμωμένο, εκλιπαρώντας μια στιγμή σιγής. Προσπαθώ να ακούσω την μουσική και να χορέψω και γω

Ξάφνου σιωπή! Το ακούω καθαρά! Η μουσική με τρυπάει και ο άνεμος με αγκαλιάζει, οι δυο τους ξυπνάνε την ψυχή μου που κοιμήθηκε πάρα πολύ. Ένα δάκρυ ξεκινάει την σύντομη ζωή του που θα ολοκληρωθεί στο μάγουλό μου. Ο Ήλιος μου καίει το πρόσωπο, προσθέτει μια ρυτίδα, σημάδι της πορείας και γω γελάω ξέγνοιαστα. Για μια στιγμή μπορούμε να αγγίξουμε το άπειρο. Και ας κρατάει το άπειρο αυτό μονάχα μία στιγμή

Μα εγώ δειλός και τρομαγμένος προσπαθώ να αγκαλιάσω σφιχτά αυτή τη στιγμή, να την κρατήσω για πάντα. Αλλά πώς να αγκαλιάσεις το άπειρο; Όσο την σφίγγω τόσο πασχίζει να φύγει μακριά. Τι σκληρή και παράδοξη που είναι αυτή η στιγμή..

Thursday, April 19

Αόρατο κελί

Σαν τρένο ο χρόνος πάει μπροστά, δεν συγχωρεί και πίσω δεν γυρνά. Όλοι μαζί οδεύουμε μα να κατέβεις δεν μπορείς, δεν ξέρεις τον σταθμό σου.

Κοίτα! Περνάει από δίπλα η Άνοιξη και ο Μάης χαμογελώντας. Μα η μυρωδιά γαρδένιας σε τρομάζει τώρα πια και το κεφάλι σκύβεις. Ξένη, καθώς συνήθισες τη δυσωδία του φόβου και του πρέπει. Έχεις ξεχάσει πώς σπίθες πετάγανε τα μάτια στον καθρέφτη.

Και τρέχεις να κρυφτείς σε πέπλο αόρατο, να ξαποστάσεις σε ένα αστέρι, να κρύψεις την ντροπή σου. Πώς όμως θα την κρύψεις από σένα; Σαν τον τυφλό που απελπισμένος βλέπει καθαρά μεσ΄στο σκοτάδι του αχνή σκιά ελπίδας να σαλεύει.

Ωδή στο κρίμα

Περιπλανώμενος σε έρημο υγρή και ανθισμένη
την Όαση γοργά αποχαιρετάς και λυπημένα
απεγνωσμένα ψάχνοντας να βρεις αυτόν τον κόκκο άμμου
την δίψα σου να σβήσεις

Αλλά κοιτάς πολύ ψηλά και δεν τον βρίσκεις
περήφανος διαβαίνοντας, σαν κόκορας ευνούχος
χωρίς κοτέτσι, χωρίς λυρί, χωρίς φωνή

Ήρθαν και σου 'παν ότι η Όαση δεν είναι πια για σένα
ότι στην άμμο αν κυλιστείς να γίνεις ένα
εκεί θα βρεις και τη δική σου Ιθάκη
γιατί και συ σαν κόκκος άμμου τριγυρνάς όπου σε πάει ο αέρας

Και συ τους ευχαρίστησες φιλώντας τους το χέρι
και σιωπηλός μα πρόθυμα, χάρισες την ψυχή σου
ακούγοντας κάπου στο βάθος ένα κλάμα γοερό
και σπαραγμό φριχτό της μάνας σου που πια τα μάτια κλείνει

Και ξάφνου ξύπνησες με πόνο τρομερό παντού και διψασμένος
σαν το δελφίνι σπαρταρώντας στην ξηρά
να αναπνέεις σταματάς συνειδητά για να πεθάνει ο πόνος
γιατί κατάλαβες ότι η Θάλασσα έχει χαθεί για πάντα.